Loading...
 

Πάνος Κουτρουμπούσης

O Κουτρουμπούσης στο σπίτι του (φωτογραφία Freddie F., 2009)
O Κουτρουμπούσης στο σπίτι του (φωτογραφία Freddie F., 2009)

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης είναι συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός.

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1938, από πατέρα δικαστικό και μητέρα δασκάλα. Η οικογένειά του μετακόμισε πρώτα στη Θεσσαλονίκη και αργότερα, το 1941, στην Αθήνα σε ένα συγγενικό σπίτι. «Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, τους είδαμε να κάνουν παρέλαση από το μπαλκόνι του σπιτιού» θυμάται. Πιο μετά, στα Δεκεμβριανά, «μαζεύαμε με τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς κάλυκες από σφαίρες και μυδράλια των Spitfire που πέρναγαν και θερίζανε. Τα βρίσκαμε εδώ κι εκεί σε οικόπεδα κάτω από την Πατησίων»1.

Μετά τον πόλεμο φοίτησε αρχικά στο κολλέγιο Αθηνών με υποτροφία, αλλά όταν αποβλήθηκε για κάποια σκίτσα που έκανε, ολοκλήρωσε το γυμνάσιο σε δημόσιο σχολείο. Άρχισε να σχεδιάζει από μικρός, έχοντας ως πρότυπο τα κόμικς, αμερικάνικα και γερμανικά. Για τα τελευταία λέει: «Δεν καταλάβαινα τίποτε, αλλά ήταν πολύ ωραία, μεσαιωνικά, με ιππότες και τέτοια. Και είχαν έναν πράσινο, σαν χόρτο, ουρανό, που μου έχει μείνει ως το τέλειο πράσινο. Όταν βλέπω ένα τέτοιο πράσινο λέω πάντα, ωχ, αυτό το πράσινο από τα κόμιξ»2.

Μετά το σχολείο πήγε στη Ρώμη, όπου σπούδασε σκηνοθεσία στο Centro Sperimentale di Cinematografia (1955-1957). Δούλεψε όμως μόνο περιστασιακά ως βοηθός σκηνοθέτη ενώ δικό του άφησε ημιτελές μόνο ένα μικρό ντοκιμαντέρ, για τα μπουζουξίδικα στο Πέραμα: «Θέλω να δουλεύω μόνος μου, θέλω να είμαι κυρίαρχος αυτού που κάνω, της όλης υπόθεσης, και το σινεμά δεν ήταν μια τέτοια υπόθεση» (όπως παραπάνω).

Το 1956 γνώρισε στο Παρίσι τον Λεωνίδα Χρηστάκη, στα έντυπα του οποίου έγραψε κείμενα τα επόμενα χρόνια. Έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, όμως δεν σπούδασε ποτέ γιατί δεν είχε τα χρήματα για να αγοράσει τα απαραίτητα υλικά. Το 1967 γνώρισε στο Λονδίνο τη γυναίκα του Κέιτ και έμεινε εκεί για τριάντα χρόνια. Δούλεψε ως εικονογράφος βιβλίων και περιοδικών επιστημονικής φαντασίας και ως δημοσιογράφος στη Φωνή της Αμερικής, για την οποία δεν έχει τα καλύτερα λόγια: «ήταν φρικτά (...) απαγορευόταν να πεις τη λέξη σύντροφος, ακόμα και αν ήταν το σύντροφος της ζωής μου. Ήταν εποχή Ρίγκαν, με πόλεμο Ιράν-Ιράκ και προπαγανδιστικές εκπομπές. Πριν απ' αυτό ήμουν στο BBC, σε πολύ πιο πολιτισμένη κατάσταση» (στην ίδια συνέντευξη).

Έλληνες μπίτνικ
Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των μπιτ και των ελλήνων υπαρξιστών. Με τα δικά του λόγια (πηγή, όπως παραπάνω): «Το beat κίνημα στην Ελλάδα ξεκίνησε το '62, με δευτερεύοντες νέους και κοπέλες που ήταν ταξιδευτές κι έρχονταν στην Αθήνα και στα νησιά. Αν είχαν και κάνα φράγκο παραπάνω, έπιαναν και σπίτι. Οι περισσότεροι έμεναν στα Αναφιώτικα, σε μικρά σπιτάκια, και συχνάζαμε μαζί τους: ο Κούλης, ο Πάγκαλος, εγώ, ή στα μεγάλα καφενεία του Συντάγματος, στον Παπασπύρου, στον Ζαχαράτο και το καλοκαίρι στην Ύδρα. Είχα ασχοληθεί ήδη με το beat κίνημα επειδή διάβαζα Time, Newsweek και Μπάροουζ. Τον είχα ανακαλύψει στο Bookstores στην Αμερικής. Τότε εμφανίστηκε κι ένα περιοδικό, το Residue του Νταν Ρίχτερ, ο οποίος έβγαλε δυο τεύχη στην Ελλάδα με διάφορους ξένους που ζούσαν εδώ και μετά συνεργάστηκε με τον Κιούμπρικ στην Οδύσσεια του Διαστήματος, στις σκηνές με τους πιθηκάνθρωπους. Ήταν κολλητός των Beatles και ο ίδιος ταξιδευτής. Ο μόνος δικός μας πραγματικά beat ποιητής ήταν ο Μεϊμάρης, που είχε κάνει στο Σαν Φρανσίσκο, και ήταν ο άνθρωπος που επισκέφτηκε ο Γκίνσμπεργκ όταν ήρθε στην Ελλάδα το '63».

Για τη συνεργασία του με τον Πουλικάκο: «Όταν μου τηλεφώνησε ο Πουλικάκος για να μου πει ότι θα βγάλουν το Πάλι με τον Βαλαωρίτη, ήμουν στο Παρίσι. Του απάντησα άντε, να φλομώσουμε στη δημιουργικότητα και του έστειλα μια ιστορία μου που μπήκε στο πρώτο τεύχος. Στη συνέχεια κατέβηκα στην Ελλάδα και μπήκα στην επιτροπή που το έφτιαχνε, μέχρι τη δικτατορία που σταμάτησε να βγαίνει».

Για τη ζωή στη σύγχρονη Αθήνα λέει: «Είναι πολλά πράγματα που με ενοχλούν ιδιαίτερα, και κανένα πιο πολύ απ' το άλλο. Πρόχειρα θα μπορούσα να πω τους τερατώδεις, άσχημους όγκους από μέταλλο και γυαλί, τους πεζόδρομους που γεμίζουν στο πι και φι με σκουπίδια κι αυτοκίνητα, τα μουτζουρογκραφίτι στους τοίχους, κι άλλα, κι άλλα. Όσο για τα γύρω συμβάντα που με εξοργίζουν, είναι ακόμα πιο πολλά. Η προσβλητική απληστία που δείχνουν ωμά πολλοί έμποροι, οι μοτοσικλέτες που τρέχουν στα πεζοδρόμια, ο ατάλαντος κι εκτός ελέγχου συρφετός της τηλεόρασης, οι νόμιμοι κλέφτες».

Στο 10ο και τελευταίο τεύχος του Big Bang δημοσιεύθηκαν 13 ποιήματά του. Ανάμεσά τους, «Οι άθλοι των ρομπότ»:

Αίσθημα μελαγχολίας, άπειρο, αυτή τη φορά γεννημένο κοντά σε βυσινιά ξεθωριασμένα ερείπια όπου τη νύχτα ρομπότ αγωνίζονται στο τρέξιμο και ξεπερνιόνται μεταξύ τους αιωνίως, ενώ οκνηροί θεατές ζητωκραυγάζουν και αντίλαλοι της Εξαφάνισης αντηχούν μέσα από πολύχρονα κενά εντόσθια πόλεων


Ο Κουτρουμπούσης έχει μεταφράσει το μυθιστόρημα του Ρότζερ Ζελάζνι Επιστροφή στη Γη (Τρίτων, 2001).

Βιβλιογραφία
  • Εικόνες στην άμμο. Ο Μπάροουζ στην Ουάσινγκτον, εκδ. Γαβριηλίδης (2005)
  • Το κεντράκι του Ταρζάν και άλλα παραμύθια, Γαβριηλίδης (2005)
  • Η εποχή των ανακαλύψεων, Futura (2002)
  • Η ταβέρνα του Ζολά, Ιστός (1997)
  • Στον θάλαμο του Μυθογράφφ, εκδ. Απόπειρα (1992)
  • Εν αγκαλιά de Κρισγιαούρτι, Απόπειρα (1987)